広ひろまる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαδίδομαι, εξαπλώνομαι, μεταδίδομαι

Παραδείγματα

  • ニュースが広ひろまる。

    Τα νέα διαδίδονται.

  • その噂うわさはあっという間あっというまに学校中がっこうじゅうに広ひろまった。

    Αυτή η φήμη διαδόθηκε σε όλο το σχολείο εν ριπή οφθαλμού.

  • インターネットの普及ふきゅうにより、情報じょうほうは瞬時しゅんじに世界中せかいじゅうへと広ひろまるようになった。

    Με την εξάπλωση του διαδικτύου, οι πληροφορίες πλέον διαδίδονται αστραπιαία σε όλο τον κόσμο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
広まる
Παρόν (ευγενικό)
広まります
Άρνηση (απλή)
広まらない
Άρνηση (ευγενική)
広まりません
Παρελθόν (απλό)
広まった
Παρελθόν (ευγενικό)
広まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
広まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
広まりませんでした
Τε-μορφή
広まって
Δυνητική
広まれる
Προστακτική
広まれ
Βουλητική
広まろう
Υποθετική (ば)
広まれば