庇う
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προστατεύω (κάποιον), φροντίζω (π.χ. ένα τραυματισμένο πόδι), υπερασπίζομαι, καλύπτω (για κάποιον), υποστηρίζω
Παραδείγματα
-
子供を庇う。
Προστατεύω το παιδί.
-
彼は友達を庇って嘘をついた。
Αυτός έκανε πλάτη στον φίλο του και είπε ψέματα.
-
どんなに悪いことをしても、親は子供を庇おうとするものだ。
Όσο άσχημα κι αν φερθεί ένα παιδί, οι γονείς πάντα θα προσπαθούν να το υπερασπιστούν.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 庇う
- Παρόν (ευγενικό)
- 庇います
- Άρνηση (απλή)
- 庇わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 庇いません
- Παρελθόν (απλό)
- 庇った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 庇いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 庇わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 庇いませんでした
- Τε-μορφή
- 庇って
- Δυνητική
- 庇える
- Προστακτική
- 庇え
- Βουλητική
- 庇おう
- Υποθετική (ば)
- 庇えば
- Υποθετική (たら)
- 庇ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 庇いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 庇うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 庇いなさい
- Παθητική
- 庇われる
- Αιτιατική
- 庇わせる