庇を貸して母屋を取られる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός εκμεταλλεύομαι την καλοσύνη κάποιου, δίνω το δάχτυλο και παίρνουν όλο το χέρι, παραχωρώ τη σκεπή και μου παίρνουν ολόκληρο το σπίτι
- 02 ιδιωματισμός ανταποδίδω μια χάρη με κακία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 庇を貸して母屋を取られる
- Παρόν (ευγενικό)
- 庇を貸して母屋を取られます
- Άρνηση (απλή)
- 庇を貸して母屋を取られない
- Άρνηση (ευγενική)
- 庇を貸して母屋を取られません
- Παρελθόν (απλό)
- 庇を貸して母屋を取られた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 庇を貸して母屋を取られました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 庇を貸して母屋を取られなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 庇を貸して母屋を取られませんでした
- Τε-μορφή
- 庇を貸して母屋を取られて
- Δυνητική
- 庇を貸して母屋を取られられる
- Προστακτική
- 庇を貸して母屋を取られろ
- Βουλητική
- 庇を貸して母屋を取られよう
- Υποθετική (ば)
- 庇を貸して母屋を取られれば
- Υποθετική (たら)
- 庇を貸して母屋を取られたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 庇を貸して母屋を取られたい
- Απαγορευτική (~な)
- 庇を貸して母屋を取られるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 庇を貸して母屋を取られなさい
- Παθητική
- 庇を貸して母屋を取られられる
- Αιτιατική
- 庇を貸して母屋を取られさせる