床しい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 θαυμαστός, γοητευτικός, εκλεπτυσμένος
- 02 νοσταλγικός
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα περίεργος, ανυπόμονος να μάθει (ή να δει, να βιώσει, κλπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 床しい
- Παρόν (ευγενικό)
- 床しいです
- Άρνηση (απλή)
- 床しくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 床しくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 床しかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 床しかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 床しくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 床しくなかったです
- Τε-μορφή
- 床しくて
- Υποθετική (ば)
- 床しければ
- Υποθετική (たら)
- 床しかったら