ゆかドン

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη καθηλώνω κάποιον στο πάτωμα πέφτοντας από πάνω του
  2. 02 καθομιλουμένη χτυπώ το πάτωμα με δύναμη (π.χ. για να ησυχάσει ο γείτονας από κάτω)

Κλίση

Παρόν (απλό)
床ドンする
Παρόν (ευγενικό)
床ドンします
Άρνηση (απλή)
床ドンしない
Άρνηση (ευγενική)
床ドンしません
Παρελθόν (απλό)
床ドンした
Παρελθόν (ευγενικό)
床ドンしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
床ドンしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
床ドンしませんでした
Τε-μορφή
床ドンして
Δυνητική
床ドンできる
Προστακτική
床ドンしろ
Βουλητική
床ドンしよう
Υποθετική (ば)
床ドンすれば