とこ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάρρωση από ασθένεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
床上げする
Παρόν (ευγενικό)
床上げします
Άρνηση (απλή)
床上げしない
Άρνηση (ευγενική)
床上げしません
Παρελθόν (απλό)
床上げした
Παρελθόν (ευγενικό)
床上げしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
床上げしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
床上げしませんでした
Τε-μορφή
床上げして
Δυνητική
床上げできる
Προστακτική
床上げしろ
Βουλητική
床上げしよう
Υποθετική (ば)
床上げすれば