とこばな

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγέρσιμο από το κρεβάτι, σηκώσιμο από το κρεβάτι
  2. 02 ανάρρωση από ασθένεια, αποθεραπεία

Κλίση

Παρόν (απλό)
床離れする
Παρόν (ευγενικό)
床離れします
Άρνηση (απλή)
床離れしない
Άρνηση (ευγενική)
床離れしません
Παρελθόν (απλό)
床離れした
Παρελθόν (ευγενικό)
床離れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
床離れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
床離れしませんでした
Τε-μορφή
床離れして
Δυνητική
床離れできる
Προστακτική
床離れしろ
Βουλητική
床離れしよう
Υποθετική (ば)
床離れすれば