みせ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανοίγω μαγαζί, ιδρύω κατάστημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
店を出す
Παρόν (ευγενικό)
店を出します
Άρνηση (απλή)
店を出さない
Άρνηση (ευγενική)
店を出しません
Παρελθόν (απλό)
店を出した
Παρελθόν (ευγενικό)
店を出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
店を出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
店を出しませんでした
Τε-μορφή
店を出して
Δυνητική
店を出せる
Προστακτική
店を出せ
Βουλητική
店を出そう
Υποθετική (ば)
店を出せば