店てん内ない

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μέσα σε κατάστημα (εστιατόριο, καφέ κλπ.), εσωτερικό καταστήματος, εντός του χώρου (του καταστήματος)

Παραδείγματα

  • 店内てんないはきれいです。

    Το μαγαζί είναι καθαρό μέσα.

  • 店内てんないでのご飲食いんしょくはお断ことわりしています。

    Δεν επιτρέπεται να φάτε ή να πιείτε μέσα στο μαγαζί.

  • 広ひろ々とした店内てんないは、居心地いごこちが良よく、ゆっくりとコーヒーを楽たのしむことができました。

    Ο ευρύχωρος χώρος του μαγαζιού ήταν πολύ άνετος, κι έτσι μπόρεσα να απολαύσω ήρεμα τον καφέ μου.