みせばん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φύλαξη καταστήματος
  2. 02 πωλητής, υπάλληλος καταστήματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
店番する
Παρόν (ευγενικό)
店番します
Άρνηση (απλή)
店番しない
Άρνηση (ευγενική)
店番しません
Παρελθόν (απλό)
店番した
Παρελθόν (ευγενικό)
店番しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
店番しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
店番しませんでした
Τε-μορφή
店番して
Δυνητική
店番できる
Προστακτική
店番しろ
Βουλητική
店番しよう
Υποθετική (ば)
店番すれば