たなてを

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διώχνομαι από το μισθωμένο οίκημα, εκδιώκομαι λόγω έξωσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
店立てを食う
Παρόν (ευγενικό)
店立てを食います
Άρνηση (απλή)
店立てを食わない
Άρνηση (ευγενική)
店立てを食いません
Παρελθόν (απλό)
店立てを食った
Παρελθόν (ευγενικό)
店立てを食いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
店立てを食わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
店立てを食いませんでした
Τε-μορφή
店立てを食って
Δυνητική
店立てを食える
Προστακτική
店立てを食え
Βουλητική
店立てを食おう
Υποθετική (ば)
店立てを食えば