たびたび

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: どど

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συχνά, επανειλημμένα, κατ' επανάληψη, διαρκώς, συνεχώς