する

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λυτρώνω (από την αμαρτία), σώζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
度する
Παρόν (ευγενικό)
度します
Άρνηση (απλή)
度しない
Άρνηση (ευγενική)
度しません
Παρελθόν (απλό)
度した
Παρελθόν (ευγενικό)
度しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
度しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
度しませんでした
Τε-μορφή
度して
Δυνητική
度できる
Προστακτική
度しろ
Βουλητική
度しよう
Υποθετική (ば)
度すれば