度
ουσιαστικό, άλλο | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 φορά, φορές (όπως «τρεις φορές», «κάθε φορά», κ.λπ.)
Παραδείγματα
-
会う度、話します。
Κάθε φορά που συναντιόμαστε, μιλάμε.
-
この曲を聞く度に、昔を思い出します。
Κάθε φορά που ακούω αυτό το τραγούδι, θυμάμαι το παρελθόν.
-
人生は挑戦の連続であり、困難に直面する度に、私たちはより強く成長していくものです。
Η ζωή είναι μια συνεχής σειρά προκλήσεων, και κάθε φορά που αντιμετωπίζουμε δυσκολίες, γινόμαστε πιο δυνατοί και ωριμάζουμε.