しらける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ψυχραίνω την ατμόσφαιρα (σε μια συνάντηση, πάρτι κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
座が白ける
Παρόν (ευγενικό)
座が白けます
Άρνηση (απλή)
座が白けない
Άρνηση (ευγενική)
座が白けません
Παρελθόν (απλό)
座が白けた
Παρελθόν (ευγενικό)
座が白けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
座が白けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
座が白けませんでした
Τε-μορφή
座が白けて
Δυνητική
座が白けられる
Προστακτική
座が白けろ
Βουλητική
座が白けよう
Υποθετική (ば)
座が白ければ