座すわる

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάθομαι, παίρνω θέση, είμαι καθισμένος, γονατίζω (στο πάτωμα)
  2. 02 αναλαμβάνω (μια θέση/ένα καθήκον), καταλαμβάνω (μια θέση), κατέχω (μια θέση)

Παραδείγματα

  • 椅子いすに座すわる。

    Κάθομαι στην καρέκλα.

  • みんなが席せきに座すわって、会議かいぎが始はじまりました。

    Όλοι κάθισαν στις θέσεις τους και η συνάντηση ξεκίνησε.

  • 長ながい時間じかん、正座せいざで座すわっていたので、足あしがしびれてしまいました。

    Επειδή καθόμουν πολλή ώρα σε στάση σέιζα, μουδιάσαν τα πόδια μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
座る
Παρόν (ευγενικό)
座ります
Άρνηση (απλή)
座らない
Άρνηση (ευγενική)
座りません
Παρελθόν (απλό)
座った
Παρελθόν (ευγενικό)
座りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
座らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
座りませんでした
Τε-μορφή
座って
Δυνητική
座れる
Προστακτική
座れ
Βουλητική
座ろう
Υποθετική (ば)
座れば