とんてる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάθομαι πάνω σε μαξιλάρι ζαμπουτόν

Κλίση

Παρόν (απλό)
座布団を当てる
Παρόν (ευγενικό)
座布団を当てます
Άρνηση (απλή)
座布団を当てない
Άρνηση (ευγενική)
座布団を当てません
Παρελθόν (απλό)
座布団を当てた
Παρελθόν (ευγενικό)
座布団を当てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
座布団を当てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
座布団を当てませんでした
Τε-μορφή
座布団を当てて
Δυνητική
座布団を当てられる
Προστακτική
座布団を当てろ
Βουλητική
座布団を当てよう
Υποθετική (ば)
座布団を当てれば