座繰り
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χειροκίνητη περιέλιξη (ιδίως μεταξιού), χειροκίνητη νηματουργία
- 02 ειδικά ως 座ぐり βύθιση κεφαλής κοχλία (δημιουργία κωνικής εσοχής ώστε να μην προεξέχει ο κοχλίας), καθέτιση επιφανείας (κατεργασία επίπεδης επιφάνειας για την έδραση κεφαλής κοχλία)
- 03 ειδικά ως 座刳り κοίλανση (π.χ. σε κάθισμα ξύλινης καρέκλας, μοτίβο σκαλίσματος σε στέγη κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 座繰りする
- Παρόν (ευγενικό)
- 座繰りします
- Άρνηση (απλή)
- 座繰りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 座繰りしません
- Παρελθόν (απλό)
- 座繰りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 座繰りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 座繰りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 座繰りしませんでした
- Τε-μορφή
- 座繰りして
- Δυνητική
- 座繰りできる
- Προστακτική
- 座繰りしろ
- Βουλητική
- 座繰りしよう
- Υποθετική (ば)
- 座繰りすれば
- Υποθετική (たら)
- 座繰りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 座繰りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 座繰りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 座繰りしなさい
- Παθητική
- 座繰りされる
- Αιτιατική
- 座繰りさせる