廃る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καταργούμαι, παρωχημένος γίνομαι, εξαφανίζομαι, βγαίνω από τη μόδα
- 02 πλήττομαι (για τιμή, φήμη, κ.λπ.), βλάπτομαι, κηλιδώνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 廃る
- Παρόν (ευγενικό)
- 廃ります
- Άρνηση (απλή)
- 廃らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 廃りません
- Παρελθόν (απλό)
- 廃った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 廃りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 廃らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 廃りませんでした
- Τε-μορφή
- 廃って
- Δυνητική
- 廃れる
- Προστακτική
- 廃れ
- Βουλητική
- 廃ろう
- Υποθετική (ば)
- 廃れば
- Υποθετική (たら)
- 廃ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 廃りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 廃るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 廃りなさい
- Παθητική
- 廃られる
- Αιτιατική
- 廃らせる