はいきょ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ερείπια (ενός κτιρίου, μιας πόλης, κλπ.), απομεινάρια

Παραδείγματα

  • そこには廃墟はいきょがあります。

    Εκεί υπάρχουν ερείπια.

  • ふるしろ廃墟はいきょしました。

    Το παλιό κάστρο μετατράπηκε σε ερείπια.

  • むかしにぎやかだったむらも、いまではほとんど廃墟はいきょへんわりてています。

    Το χωριό, που κάποτε ήταν πολυσύχναστο, τώρα έχει σχεδόν μετατραπεί σε ερείπια.