はいがく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκατάλειψη των σπουδών, διακοπή φοίτησης
  2. 02 κλείσιμο σχολής ή πανεπιστημίου, καταργημένη σχολή, καταργημένο πανεπιστήμιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
廃学する
Παρόν (ευγενικό)
廃学します
Άρνηση (απλή)
廃学しない
Άρνηση (ευγενική)
廃学しません
Παρελθόν (απλό)
廃学した
Παρελθόν (ευγενικό)
廃学しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
廃学しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
廃学しませんでした
Τε-μορφή
廃学して
Δυνητική
廃学できる
Προστακτική
廃学しろ
Βουλητική
廃学しよう
Υποθετική (ば)
廃学すれば