はい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκαταλελειμμένη οικία, ερειπωμένο σπίτι
  2. 02 κατάργηση οικογενειακού οίκου για ένταξη σε άλλον (σύμφωνα με τον ιαπωνικό νόμο προ του 1947), αφανισμένη οικογένεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
廃家する
Παρόν (ευγενικό)
廃家します
Άρνηση (απλή)
廃家しない
Άρνηση (ευγενική)
廃家しません
Παρελθόν (απλό)
廃家した
Παρελθόν (ευγενικό)
廃家しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
廃家しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
廃家しませんでした
Τε-μορφή
廃家して
Δυνητική
廃家できる
Προστακτική
廃家しろ
Βουλητική
廃家しよう
Υποθετική (ば)
廃家すれば