はい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκαταλελειμμένος ναός, ερείπια ναού
  2. 02 κλείσιμο ναού

Κλίση

Παρόν (απλό)
廃寺する
Παρόν (ευγενικό)
廃寺します
Άρνηση (απλή)
廃寺しない
Άρνηση (ευγενική)
廃寺しません
Παρελθόν (απλό)
廃寺した
Παρελθόν (ευγενικό)
廃寺しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
廃寺しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
廃寺しませんでした
Τε-μορφή
廃寺して
Δυνητική
廃寺できる
Προστακτική
廃寺しろ
Βουλητική
廃寺しよう
Υποθετική (ば)
廃寺すれば