廃業
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διακοπή λειτουργίας επιχείρησης, κλείσιμο επιχείρησης, εγκατάλειψη επαγγέλματος, συνταξιοδότηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 廃業する
- Παρόν (ευγενικό)
- 廃業します
- Άρνηση (απλή)
- 廃業しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 廃業しません
- Παρελθόν (απλό)
- 廃業した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 廃業しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 廃業しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 廃業しませんでした
- Τε-μορφή
- 廃業して
- Δυνητική
- 廃業できる
- Προστακτική
- 廃業しろ
- Βουλητική
- 廃業しよう
- Υποθετική (ば)
- 廃業すれば
- Υποθετική (たら)
- 廃業したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 廃業したい
- Απαγορευτική (~な)
- 廃業するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 廃業しなさい
- Παθητική
- 廃業される
- Αιτιατική
- 廃業させる