はいしゃ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 όχημα εκτός κυκλοφορίας, ακατάλληλο όχημα, όχημα στο τέλος του κύκλου ζωής του
  2. 02 διαγραμμένο όχημα, ανασφάλιστο ή μη ταξινομημένο όχημα
  3. 03 διαγραφή οχήματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
廃車する
Παρόν (ευγενικό)
廃車します
Άρνηση (απλή)
廃車しない
Άρνηση (ευγενική)
廃車しません
Παρελθόν (απλό)
廃車した
Παρελθόν (ευγενικό)
廃車しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
廃車しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
廃車しませんでした
Τε-μορφή
廃車して
Δυνητική
廃車できる
Προστακτική
廃車しろ
Βουλητική
廃車しよう
Υποθετική (ば)
廃車すれば