えんえん

επίρρημα, άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ατελείωτα, συνεχώς, επ' άπειρον
  2. 02 ελικοειδής, φιδωτός, με στροφές

Παραδείγματα

  • みち延々えんえんつづく。

    Ο δρόμος συνεχίζεται ατελείωτα.

  • かれ延々えんえんはなつづけた。

    Αυτός συνέχισε να μιλάει ατελείωτα.

  • 会議かいぎ延々えんえんつづき、結論けつろんるまでにかなりの時間じかんようした。

    Η σύσκεψη τραβούσε σε μάκρος χωρίς τέλος και χρειάστηκε αρκετός χρόνος μέχρι να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα.