べる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρώνω (φουτόν), απλώνω, τεντώνω, πλαταίνω
  2. 02 αναβάλλω, παρατείνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
延べる
Παρόν (ευγενικό)
延べます
Άρνηση (απλή)
延べない
Άρνηση (ευγενική)
延べません
Παρελθόν (απλό)
延べた
Παρελθόν (ευγενικό)
延べました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
延べなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
延べませんでした
Τε-μορφή
延べて
Δυνητική
延べられる
Προστακτική
延べろ
Βουλητική
延べよう
Υποθετική (ば)
延べれば