延滞
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ληξιπρόθεσμες οφειλές, καθυστέρηση (π.χ. σε πληρωμή), αναβλητικότητα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 延滞する
- Παρόν (ευγενικό)
- 延滞します
- Άρνηση (απλή)
- 延滞しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 延滞しません
- Παρελθόν (απλό)
- 延滞した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 延滞しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 延滞しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 延滞しませんでした
- Τε-μορφή
- 延滞して
- Δυνητική
- 延滞できる
- Προστακτική
- 延滞しろ
- Βουλητική
- 延滞しよう
- Υποθετική (ば)
- 延滞すれば
- Υποθετική (たら)
- 延滞したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 延滞したい
- Απαγορευτική (~な)
- 延滞するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 延滞しなさい
- Παθητική
- 延滞される
- Αιτιατική
- 延滞させる