建て売り
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κατασκευή και πώληση έτοιμης κατοικίας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 建て売りする
- Παρόν (ευγενικό)
- 建て売りします
- Άρνηση (απλή)
- 建て売りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 建て売りしません
- Παρελθόν (απλό)
- 建て売りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 建て売りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 建て売りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 建て売りしませんでした
- Τε-μορφή
- 建て売りして
- Δυνητική
- 建て売りできる
- Προστακτική
- 建て売りしろ
- Βουλητική
- 建て売りしよう
- Υποθετική (ば)
- 建て売りすれば
- Υποθετική (たら)
- 建て売りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 建て売りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 建て売りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 建て売りしなさい
- Παθητική
- 建て売りされる
- Αιτιατική
- 建て売りさせる