けんげん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποβολή γνώμης (προς ανώτερο, κυβέρνηση, κ.λπ.), πρόταση, εισήγηση, συμβουλή

Κλίση

Παρόν (απλό)
建言する
Παρόν (ευγενικό)
建言します
Άρνηση (απλή)
建言しない
Άρνηση (ευγενική)
建言しません
Παρελθόν (απλό)
建言した
Παρελθόν (ευγενικό)
建言しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
建言しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
建言しませんでした
Τε-μορφή
建言して
Δυνητική
建言できる
Προστακτική
建言しろ
Βουλητική
建言しよう
Υποθετική (ば)
建言すれば