ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό κυκλοφορώ, περιφέρομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
廻る
Παρόν (ευγενικό)
廻ます
Άρνηση (απλή)
廻ない
Άρνηση (ευγενική)
廻ません
Παρελθόν (απλό)
廻た
Παρελθόν (ευγενικό)
廻ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
廻なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
廻ませんでした
Τε-μορφή
廻て
Δυνητική
廻られる
Προστακτική
廻ろ
Βουλητική
廻よう
Υποθετική (ば)
廻れば