わきまえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα διακρίνω, ξεχωρίζω (π.χ. το σωστό από το λάθος)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα γνωρίζω (τρόπους, τη θέση μου, κ.λπ.), κατανοώ, λαμβάνω υπόψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
弁える
Παρόν (ευγενικό)
弁えます
Άρνηση (απλή)
弁えない
Άρνηση (ευγενική)
弁えません
Παρελθόν (απλό)
弁えた
Παρελθόν (ευγενικό)
弁えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
弁えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
弁えませんでした
Τε-μορφή
弁えて
Δυνητική
弁えられる
Προστακτική
弁えろ
Βουλητική
弁えよう
Υποθετική (ば)
弁えれば