弁える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα διακρίνω, ξεχωρίζω (π.χ. το σωστό από το λάθος)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα γνωρίζω (τρόπους, τη θέση μου, κ.λπ.), κατανοώ, λαμβάνω υπόψη
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 弁える
- Παρόν (ευγενικό)
- 弁えます
- Άρνηση (απλή)
- 弁えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 弁えません
- Παρελθόν (απλό)
- 弁えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 弁えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 弁えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 弁えませんでした
- Τε-μορφή
- 弁えて
- Δυνητική
- 弁えられる
- Προστακτική
- 弁えろ
- Βουλητική
- 弁えよう
- Υποθετική (ば)
- 弁えれば
- Υποθετική (たら)
- 弁えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 弁えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 弁えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 弁えなさい
- Παθητική
- 弁えられる
- Αιτιατική
- 弁えさせる