べんずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαχειρίζομαι, διεκπεραιώνω, φέρω εις πέρας, διακρίνω, ξεχωρίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
弁ずる
Παρόν (ευγενικό)
弁ずます
Άρνηση (απλή)
弁ずない
Άρνηση (ευγενική)
弁ずません
Παρελθόν (απλό)
弁ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
弁ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
弁ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
弁ずませんでした
Τε-μορφή
弁ずて
Δυνητική
弁ずられる
Προστακτική
弁ずろ
Βουλητική
弁ずよう
Υποθετική (ば)
弁ずれば