弁ずる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαχειρίζομαι, διεκπεραιώνω, φέρω εις πέρας, διακρίνω, ξεχωρίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 弁ずる
- Παρόν (ευγενικό)
- 弁ずます
- Άρνηση (απλή)
- 弁ずない
- Άρνηση (ευγενική)
- 弁ずません
- Παρελθόν (απλό)
- 弁ずた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 弁ずました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 弁ずなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 弁ずませんでした
- Τε-μορφή
- 弁ずて
- Δυνητική
- 弁ずられる
- Προστακτική
- 弁ずろ
- Βουλητική
- 弁ずよう
- Υποθετική (ば)
- 弁ずれば
- Υποθετική (たら)
- 弁ずたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 弁ずたい
- Απαγορευτική (~な)
- 弁ずるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 弁ずなさい
- Παθητική
- 弁ずられる
- Αιτιατική
- 弁ずさせる