べん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο διαχείριση, διευθέτηση, χειρισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
弁理する
Παρόν (ευγενικό)
弁理します
Άρνηση (απλή)
弁理しない
Άρνηση (ευγενική)
弁理しません
Παρελθόν (απλό)
弁理した
Παρελθόν (ευγενικό)
弁理しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
弁理しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
弁理しませんでした
Τε-μορφή
弁理して
Δυνητική
弁理できる
Προστακτική
弁理しろ
Βουλητική
弁理しよう
Υποθετική (ば)
弁理すれば