ゆみ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τεντώνω το τόξο
  2. 02 ιδιωματισμός αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι, ανυπακούω στους ανωτέρους, επαναστατώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
弓を引く
Παρόν (ευγενικό)
弓を引きます
Άρνηση (απλή)
弓を引かない
Άρνηση (ευγενική)
弓を引きません
Παρελθόν (απλό)
弓を引いた
Παρελθόν (ευγενικό)
弓を引きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
弓を引かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
弓を引きませんでした
Τε-μορφή
弓を引いて
Δυνητική
弓を引ける
Προστακτική
弓を引け
Βουλητική
弓を引こう
Υποθετική (ば)
弓を引けば