弔う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πενθώ για κάποιον, θρηνώ, συλλυπούμαι (την πενθούσα οικογένεια, κ.λπ.)
- 02 τελώ μνημόσυνο για κάποιον, κηδεύω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 弔う
- Παρόν (ευγενικό)
- 弔います
- Άρνηση (απλή)
- 弔わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 弔いません
- Παρελθόν (απλό)
- 弔った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 弔いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 弔わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 弔いませんでした
- Τε-μορφή
- 弔って
- Δυνητική
- 弔える
- Προστακτική
- 弔え
- Βουλητική
- 弔おう
- Υποθετική (ば)
- 弔えば
- Υποθετική (たら)
- 弔ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 弔いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 弔うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 弔いなさい
- Παθητική
- 弔われる
- Αιτιατική
- 弔わせる