きこもる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραμένω σε εσωτερικό χώρο, κλείνομαι στο σπίτι

Παραδείγματα

  • いえきこもる

    Μένω κλεισμένος/η στο σπίτι.

  • かれ試験しけんまえ部屋へやきこもって勉強べんきょうした。

    Πριν τις εξετάσεις, κλείστηκε στο δωμάτιό του και διάβασε.

  • 友達ともだちうのもやめて、しばらく自宅じたくきこもっていたが、気持きもちがふさぎがちになってしまった。

    Σταμάτησα να βλέπω φίλους και έμεινα κλεισμένος/η στο σπίτι για λίγο, αλλά αυτό με έκανε να νιώθω κατάθλιψη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
引きこもる
Παρόν (ευγενικό)
引きこもります
Άρνηση (απλή)
引きこもらない
Άρνηση (ευγενική)
引きこもりません
Παρελθόν (απλό)
引きこもった
Παρελθόν (ευγενικό)
引きこもりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引きこもらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引きこもりませんでした
Τε-μορφή
引きこもって
Δυνητική
引きこもれる
Προστακτική
引きこもれ
Βουλητική
引きこもろう
Υποθετική (ば)
引きこもれば