引ひきずり出だす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σέρνω έξω

Παραδείγματα

  • 箱はこからおもちゃを引ひきずり出だす。

    Βγάζω τα παιχνίδια από το κουτί.

  • 犬いぬが庭にわから引ひきずり出だされて、散歩さんぽに行いきました。

    Ο σκύλος σύρθηκε έξω από τον κήπο και πήγαμε βόλτα.

  • 多忙たぼうな仕事しごとから何なんとか時間じかんを引ひきずり出だし、友人ゆうじんとの再会さいかいを果はたした。

    Κατάφερα να βρω χρόνο από την πολυάσχολη δουλειά μου και να συναντήσω ξανά τους φίλους μου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
引きずり出す
Παρόν (ευγενικό)
引きずり出します
Άρνηση (απλή)
引きずり出さない
Άρνηση (ευγενική)
引きずり出しません
Παρελθόν (απλό)
引きずり出した
Παρελθόν (ευγενικό)
引きずり出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引きずり出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引きずり出しませんでした
Τε-μορφή
引きずり出して
Δυνητική
引きずり出せる
Προστακτική
引きずり出せ
Βουλητική
引きずり出そう
Υποθετική (ば)
引きずり出せば