引ひきずる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σέρνω, τραβάω πίσω μου, κουβαλάω με κόπο
  2. 02 σέρνω (κάποιον), αναγκάζω να έρθει
  3. 03 παρατείνω, καθυστερώ, χρονοτριβώ
  4. 04 επηρεάζω, πείθω, δελεάζω, παρασύρω

Παραδείγματα

  • 足あしを引ひきずる。

    Σέρνω τα πόδια μου.

  • 彼かれは過去かこの失敗しっぱいを引ひきずっている。

    Ακόμα τον βαραίνουν οι αποτυχίες του παρελθόντος.

  • 古ふるい習慣しゅうかんを引ひきずっていて、新あたらしいやり方かたになかなか慣なれない。

    Ακόμα σέρνω παλιές συνήθειες και δυσκολεύομαι να προσαρμοστώ στους νέους τρόπους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
引きずる
Παρόν (ευγενικό)
引きずります
Άρνηση (απλή)
引きずらない
Άρνηση (ευγενική)
引きずりません
Παρελθόν (απλό)
引きずった
Παρελθόν (ευγενικό)
引きずりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引きずらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引きずりませんでした
Τε-μορφή
引きずって
Δυνητική
引きずれる
Προστακτική
引きずれ
Βουλητική
引きずろう
Υποθετική (ば)
引きずれば