きつける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ελκύω, προσελκύω, πλησιάζω
  2. 02 γοητεύω, προσελκύω, μαγεύω, δελεάζω
  3. 03 παθαίνω σπασμούς, έχω κρίση επιληψίας

Παραδείγματα

  • このいろわたしきつける

    Αυτό το χρώμα με τραβάει.

  • かれはなしかたは、いつもきつけるちからがある。

    Ο τρόπος που μιλάει έχει πάντα τη δύναμη να μαγνητίζει το κοινό.

  • 彼女かのじょ魅力的みりょくてき個性こせいは、ひとすべてを自然しぜんきつける不思議ふしぎ魅力みりょくがある。

    Η γοητευτική της προσωπικότητα έχει μια παράξενη έλξη που προσελκύει φυσικά όλους όσους τη συναντούν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
引きつける
Παρόν (ευγενικό)
引きつけます
Άρνηση (απλή)
引きつけない
Άρνηση (ευγενική)
引きつけません
Παρελθόν (απλό)
引きつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
引きつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引きつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引きつけませんでした
Τε-μορφή
引きつけて
Δυνητική
引きつけられる
Προστακτική
引きつけろ
Βουλητική
引きつけよう
Υποθετική (ば)
引きつければ