きつる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παθαίνω κράμπα, σπασμωδούμαι, παθαίνω σπασμό
  2. 02 παγώνω (για πρόσωπο, έκφραση), σφίγγομαι (π.χ. η φωνή), γίνομαι άκαμπτος
  3. 03 συστέλλομαι (για το δέρμα, λόγω ουλής), τεντώνομαι, σφίγγομαι

Παραδείγματα

  • あしきつる

    Το πόδι μου πιάνεται.

  • 緊張きんちょうかおきつった

    Από το άγχος μου, το πρόσωπό μου πάγωσε/μούδιασε.

  • ふる傷跡きずあときつれて、いたみがある。

    Η παλιά μου ουλή σφίγγει και μου προκαλεί πόνο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
引きつる
Παρόν (ευγενικό)
引きつります
Άρνηση (απλή)
引きつらない
Άρνηση (ευγενική)
引きつりません
Παρελθόν (απλό)
引きつった
Παρελθόν (ευγενικό)
引きつりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引きつらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引きつりませんでした
Τε-μορφή
引きつって
Δυνητική
引きつれる
Προστακτική
引きつれ
Βουλητική
引きつろう
Υποθετική (ば)
引きつれば