がる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποσύρομαι, φεύγω, αποχωρώ
  2. 02 υποχωρώ, παραιτούμαι, ενδίδω

Παραδείγματα

  • かれ一歩いっぽがった

    Έκανε ένα βήμα πίσω.

  • かれ反対はんたいされても、簡単かんたんにはがらなかった

    Ακόμα κι όταν του φέρθηκαν αντίρρηση, δεν υποχώρησε εύκολα.

  • 交渉こうしょう難航なんこうし、結局けっきょくどちらもがらずに決裂けつれつした。

    Οι διαπραγματεύσεις ήταν δύσκολες και τελικά καμία πλευρά δεν υποχώρησε, με αποτέλεσμα την κατάρρευση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き下がる
Παρόν (ευγενικό)
引き下がります
Άρνηση (απλή)
引き下がらない
Άρνηση (ευγενική)
引き下がりません
Παρελθόν (απλό)
引き下がった
Παρελθόν (ευγενικό)
引き下がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き下がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き下がりませんでした
Τε-μορφή
引き下がって
Δυνητική
引き下がれる
Προστακτική
引き下がれ
Βουλητική
引き下がろう
Υποθετική (ば)
引き下がれば