げる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μειώνω (τιμή, φόρο, επίπεδο κ.λπ.), χαμηλώνω, ελαττώνω, περικόπτω
  2. 02 υποβιβάζω
  3. 03 αποσύρω (πρόταση, αίτημα κ.λπ.), εγκαταλείπω
  4. 04 αποσύρω (στρατεύματα κ.λπ.), οπισθοχωρώ, μετακινώ προς τα πίσω

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き下げる
Παρόν (ευγενικό)
引き下げます
Άρνηση (απλή)
引き下げない
Άρνηση (ευγενική)
引き下げません
Παρελθόν (απλό)
引き下げた
Παρελθόν (ευγενικό)
引き下げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き下げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き下げませんでした
Τε-μορφή
引き下げて
Δυνητική
引き下げられる
Προστακτική
引き下げろ
Βουλητική
引き下げよう
Υποθετική (ば)
引き下げれば