れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σέρνω μέσα, τραβώ μέσα, παρασύρω μέσα
  2. 02 δελεάζω να εισέλθει
  3. 03 κερδίζω κάποιον με το μέρος μου, παρασύρω

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き入れる
Παρόν (ευγενικό)
引き入れます
Άρνηση (απλή)
引き入れない
Άρνηση (ευγενική)
引き入れません
Παρελθόν (απλό)
引き入れた
Παρελθόν (ευγενικό)
引き入れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き入れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き入れませんでした
Τε-μορφή
引き入れて
Δυνητική
引き入れられる
Προστακτική
引き入れろ
Βουλητική
引き入れよう
Υποθετική (ば)
引き入れれば