引き出す
ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 βγάζω, τραβώ έξω, ανασύρω
- 02 οδηγώ έξω (π.χ. άλογο από στάβλο), καλώ (π.χ. σε δικαστήριο), φέρνω (π.χ. κάποιον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων), σέρνω
- 03 κάνω ανάληψη (χρημάτων), αναλαμβάνω
- 04 αναδεικνύω (π.χ. ταλέντο, δυναμικό, ομορφιά, γεύση), αποσπώ (π.χ. πληροφορίες, την αλήθεια, απάντηση, αποτέλεσμα), εκμαιεύω, βγάζω (π.χ. συμπέρασμα), αντλώ (π.χ. ευχαρίστηση)
- 05 εκμαιεύω (χρήματα από κάποιον), κάνω κάποιον να πληρώσει, κάνω κάποιον να καταβάλει (χρήματα)
Παραδείγματα
-
銀行からお金を引き出します。
Θα κάνω ανάληψη χρημάτων από την τράπεζα.
-
先生は生徒の才能を引き出した。
Ο δάσκαλος ανέδειξε το ταλέντο των μαθητών.
-
彼の話し方は、人の心の奥にある思いを自然に引き出す。
Ο τρόπος που μιλάει, βγάζει αβίαστα στην επιφάνεια τις σκέψεις που κρύβονται βαθιά στην καρδιά των ανθρώπων.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 引き出す
- Παρόν (ευγενικό)
- 引き出します
- Άρνηση (απλή)
- 引き出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 引き出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 引き出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 引き出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 引き出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 引き出しませんでした
- Τε-μορφή
- 引き出して
- Δυνητική
- 引き出せる
- Προστακτική
- 引き出せ
- Βουλητική
- 引き出そう
- Υποθετική (ば)
- 引き出せば
- Υποθετική (たら)
- 引き出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 引き出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 引き出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 引き出しなさい
- Παθητική
- 引き出される
- Αιτιατική
- 引き出させる