ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποδίδω, είμαι κερδοφόρος
  2. 02 έλκω ο ένας τον άλλον προς αντίθετες κατευθύνσεις, τραβώ εκατέρωθεν

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き合う
Παρόν (ευγενικό)
引き合います
Άρνηση (απλή)
引き合わない
Άρνηση (ευγενική)
引き合いません
Παρελθόν (απλό)
引き合った
Παρελθόν (ευγενικό)
引き合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き合いませんでした
Τε-μορφή
引き合って
Δυνητική
引き合える
Προστακτική
引き合え
Βουλητική
引き合おう
Υποθετική (ば)
引き合えば