わせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συστήνω, παρουσιάζω
  2. 02 συγκρίνω, ελέγχω
  3. 03 ρυθμίζω, ευθυγραμμίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き合わせる
Παρόν (ευγενικό)
引き合わせます
Άρνηση (απλή)
引き合わせない
Άρνηση (ευγενική)
引き合わせません
Παρελθόν (απλό)
引き合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
引き合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き合わせませんでした
Τε-μορφή
引き合わせて
Δυνητική
引き合わせられる
Προστακτική
引き合わせろ
Βουλητική
引き合わせよう
Υποθετική (ば)
引き合わせれば