引き回す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σύρω γύρω (π.χ. κουρτίνα), σέρνω τριγύρω
- 02 ξεναγώ (κάποιον) τριγύρω, περιφέρω
- 03 κατευθύνω, οδηγώ, καθοδηγώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 引き回す
- Παρόν (ευγενικό)
- 引き回します
- Άρνηση (απλή)
- 引き回さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 引き回しません
- Παρελθόν (απλό)
- 引き回した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 引き回しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 引き回さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 引き回しませんでした
- Τε-μορφή
- 引き回して
- Δυνητική
- 引き回せる
- Προστακτική
- 引き回せ
- Βουλητική
- 引き回そう
- Υποθετική (ば)
- 引き回せば
- Υποθετική (たら)
- 引き回したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 引き回したい
- Απαγορευτική (~な)
- 引き回すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 引き回しなさい
- Παθητική
- 引き回される
- Αιτιατική
- 引き回させる