てる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κερδίζω (τον τυχερό λαχνό), κληρώνω το νικητήριο δελτίο
  2. 02 εφαρμόζω, συγκρίνω, θέτω (τον εαυτό μου στη θέση κάποιου άλλου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き当てる
Παρόν (ευγενικό)
引き当てます
Άρνηση (απλή)
引き当てない
Άρνηση (ευγενική)
引き当てません
Παρελθόν (απλό)
引き当てた
Παρελθόν (ευγενικό)
引き当てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き当てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き当てませんでした
Τε-μορφή
引き当てて
Δυνητική
引き当てられる
Προστακτική
引き当てろ
Βουλητική
引き当てよう
Υποθετική (ば)
引き当てれば