ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξάγω, βγάζω, τραβώ έξω, ξεριζώνω
  2. 02 προσελκύω (προσωπικό), αποσπώ (από άλλη εταιρεία), δελεάζω

Παραδείγματα

  • くさ

    Βγάζω ένα αγριόχορτο.

  • ゆびさったとげいた

    Έβγαλα το αγκάθι που μου είχε μπει στο δάχτυλο.

  • かれ会社かいしゃは、競合他社きょうごうたしゃから次々つぎつぎ優秀ゆうしゅうなエンジニアをき、事業じぎょう急成長きゅうせいちょうさせた。

    Η εταιρεία του προσέλκυσε διαδοχικά ικανούς μηχανικούς από ανταγωνιστικές εταιρείες και ανέπτυξε ραγδαία την επιχείρησή της.

Κλίση

Παρόν (απλό)
引き抜く
Παρόν (ευγενικό)
引き抜きます
Άρνηση (απλή)
引き抜かない
Άρνηση (ευγενική)
引き抜きません
Παρελθόν (απλό)
引き抜いた
Παρελθόν (ευγενικό)
引き抜きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
引き抜かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
引き抜きませんでした
Τε-μορφή
引き抜いて
Δυνητική
引き抜ける
Προστακτική
引き抜け
Βουλητική
引き抜こう
Υποθετική (ば)
引き抜けば